|
|
 |
|
Το νερό και ο καθρέφτης!
Του Παναγιώτη Στ. Ανδριανέση 
Θυμάμαι τον εαυτό μου τριών ή τεσσάρων ετών να πλατσουρίζει στη θάλασσα. Πρέπει να ‘ταν αρχές καλοκαιριού του ’71 στη Γλυφάδα, και λίγο αργότερα, τον Αύγουστο στην Άφισσο, έξω απ΄το Βόλο. Χωρίς μπρατσάκια – τα σιχαινόμουν και που τα ‘βλεπα! Με βατραχοπέδιλα, πιο μετά και μάσκα με αναπνευστήρα. Απόλαυση! Ύστερα, κάθε Αύγουστο στην Κύμη της Εύβοιας. Κάθε μέρα μπάνιο, πρωί απόγευμα – στην Πλατάνα, στο Στόμιο, στο Σουτσίνι. Και μετά ντους στο σπίτι, έξω στην αυλή. Κι ύστερα μέσα, με τα αποτυπώματα από τις βρεγμένες πατούσες στο ξύλινο πάτωμα να οδηγούν στην κουζίνα για φαγητό – πατάτες τηγανητές ή γεμιστές ντομάτες με ρύζι και κιμά. Και νερό, πολύ νερό. Από τη βρύση. Και από την πηγή του Χωνευτικού. Και από του Καβουρά – άλλη πηγή, πιο κοντινή.
Στα ταξίδια που κάναμε με τους γονείς μου στην υπόλοιπη Ευρώπη (με τροχόσπιτο!) πολλά πράγματα μου έκαναν εντύπωση. Ένα από αυτά: δεν πίνουν νερό οι Ευρωπαίοι! Πίνουν τσάι, μπίρα, κρασί, χυμούς, ούζο(!), αλλά όχι νερό. Γι’ αυτό και ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό κόστιζε όσο... ένα γεύμα σε φτηνό εστιατόριο. Το καλοκαίρι του ’87 (νομίζω) νιώσαμε εδώ στην Αθήνα τι σημαίνει να λες... το νερό νεράκι!
Τότε δεν ήταν που τα αποθέματα της ΕΥΔΑΠ είχαν ελαχιστοποιηθεί και πολλοί Έλληνες είχαν υποβληθεί στο «μαρτύριο» να μην μπορούν να πλύνουν -με άφθονο νερό- το «γιωταχί» της οικογένειας; Φρίκη! Αλλά ο «σπόρος» της λειψυδρίας φύτρωσε. Κάποιοι τρομοκρατήθηκαν στ’ αλήθεια. Κατάλαβαν το πρόβλημα. Αντιλήφθηκαν πως επειδή το νερό τρέχει ασταμάτητα όταν ανοίγεις τη βρύση, αυτό δε σημαίνει ότι θα τρέχει αιώνια.
Τότε αρχίσαμε να λέμε για το πεταμένο νερό όσων ξυρίζονται ή πλένουν τα δόντια τους με ανοιχτή βρύση. Τότε άρχισαν να κυκλοφορούν τα καζανάκια με διπλό πλήκτρο – για τα παλιά έφτανε η ρίψη... ενός τούβλου, ώστε να μειώνει τον όγκο του απαιτούμενου νερού. Τότε αρχίσαμε να προσέχουμε τι δέντρα φυτεύουν οι δήμοι στα πεζοδρόμια. Και σιγά-σιγά ξεκινήσαμε να ψάχνουμε τα πράγματα πιο πέρα. Έξω απ΄την πόλη. Στις λίμνες και στα ποτάμια. Στις θάλασσες και στα ρυάκια. Και στους αγωγούς των λυμάτων που έπεφταν (και πέφτουν ακόμη) σ΄αυτά. Και στο τέλος ξαναγυρίσαμε στην πόλη.
Και ανακαλύψαμε με έκπληξη ότι η Αθήνα είναι, ίσως, η μοναδική πόλη (της Ευρώπης, του κόσμου όλου;) με τόσα ποτάμια ξερά και με τόσο μεγάλο σε μήκος μέτωπο στη θάλασσα που όχι μόνο παραμένει απομονωμένο από τους κατοίκους της, αλλά βρωμίζεται μέρα με τη μέρα και περισσότερο. Και προσπαθήσαμε να διορθώσουμε κάτι ψιλοπράγματα με τους Ολυμπιακούς. Φευ! Τέσσερα χρόνια πάνε από το τέλος τους, αλλά από τα Βοτσαλάκια του Πειραιά ως το Φλοίσβο -χιλιόμετρα ολόκληρα- κανείς δε μπορεί να βρέξει τα πόδια του στα νερά του Σαρωνικού.
Και τώρα μιλάμε για έλλειψη νερού σε όλο τον πλανήτη. Και αναμασάμε με περισσή ελαφρότητα φράσεις σοβαρές και μελετημένες, όπως «σε λίγα χρόνια οι πόλεμοι δε θα γίνονται για το πετρέλαιο, αλλά για το νερό!» Αλήθεια είναι. Αλλά έχουμε αναρωτηθεί γιατί φτάσαμε ως εδώ; Έχουμε βρει το φταίχτη; Αν ρωτήσετε τον καθένα από μας, η απάντηση θα είναι «ο άλλος φταίει» και το δάχτυλό του θα δείχνει απέναντι. Μα κανείς δεν τολμά να κοιτάξει απέναντι. Γιατί ο... καθρέφτης δείχνει εμάς!
|
επισκεφτείτε την εφημερίδα μας
 |
|
| Διέδωσε το |
|
|
|
Mεγάλοι Χορηγοί
|
|
|
Xoρηγοί
 |
|
|
Xoρηγός επικοινωνίας
 |
 |
Δωροθέτες
 |
|
| |
|
|